1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνθρωποκτόνος

Search Bible Vocabulary

ἀνθρωποκτόνος

ἀνθρωποκτόνος
τουἀνθρωποκτόνου
τῳἀνθρωποκτόνῳ
τονἀνθρωποκτόνον
οἱἀνθρωποκτόνοι
τωνἀνθρωποκτόνων
τοιςἀνθρωποκτόνοις
τουςἀνθρωποκτόνους