1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνθρώπινος

Search Bible Vocabulary

ἀνθρώπινος

MasculineFeminineNeuter
ἀνθρώπινοςἀνθρωπίνηἀνθρώπινον
ἀνθρώπινουἀνθρωπίνηςἀνθρωπίνου
ἀνθρώπινῳἀνθρωπίνῃἀνθρώπινῳ
ἀνθρώπινονἀνθρώπινηνἀνθρώπινον
ἀνθρώπινοιἀνθρώπιναιἀνθρώπινα
ἀνθρωπίνωνἀνθρωπίνωνἀνθρωπίνων
ἀνθρώπινοιςἀνθρώπιναιςἀνθρώπινοις
ἀνθρώπινουςἀνθρώπιναςἀνθρώπινα