1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνοχή

Search Bible Vocabulary

ἀνοχή

ἀνοχή
τηςἀνοχῆς
τῃἀνοχῇ
τηνἀνοχὴν
αἱἀνοχαι
τωνἀνοχων
ταιςἀνοχαις
ταςἀνοχας