1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνταπόδομα

Search Bible Vocabulary

ἀνταπόδομα

τοἀνταπόδομα
τουἀνταπόδοματος
τῳἀνταπόδοματι
τοἀνταπόδομα
ταἀνταπόδομα
τουἀνταπόδοματων
τῳἀνταπόδομασιν
ταἀνταπόδομα