1. Dictionary
  2. α
  3. ἀρνίον

ἀρνίον

Word
ἀρνίον, -ου, τό (arnion)
Gloss
  • lamb
  • sheep
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 721
Word Frequency
  • Byzantine NT: 31
  • Nestle 1904: 30

Noun Forms

Singular
το ἀρνίον
του ἀρνίου
τῳ ἀρνίῳ
το ἀρνίον
Plural
τα ἀρνία
του ἀρνίων
τῳ ἀρνίοις
τα ἀρνία