1. Dictionary
  2. α
  3. ἀρσενοκοίτης

ἀρσενοκοίτης

Word
ἀρσενοκοίτης, -ου, ὁ (arsenokoitēs)
Gloss
  • homosexual
  • male engaging in same-gender sexual activity
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 733
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2

Noun Forms

Plural
οἱ ἀρσενοκοῖται
των ἀρσενοκοίτων
τοις ἀρσενοκοίταις
τους ἀρσενοκοίτους