1. Dictionary
  2. α
  3. ἀρχιτέκτων

ἀρχιτέκτων

Word
ἀρχιτέκτων, -ονος, ὁ (architektōn)
Gloss
  • master builder
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 753
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
ἀρχιτέκτων
του
τῳ ἀρχιτέκτονι
τον ἀρχιτέκτονα