1. Dictionary
  2. α
  3. ἀρχιτρίκλινος

ἀρχιτρίκλινος

Word
ἀρχιτρίκλινος, -ου, ὁ (architriklinos)
Gloss
  • headwaiter
  • butler
  • master of the feast
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 755
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3

Noun Forms

Singular
ἀρχιτρίκλινος
του ἀρχιτρίκλινου
τῳ ἀρχιτρικλίνῳ
τον ἀρχιτρίκλινον