1. Dictionary
  2. α
  3. ἀσέβεια

ἀσέβεια

Word
ἀσέβεια, -ας, ἡ (asebeia)
Gloss
  • ungodliness
  • impiety
  • irreverence
  • wickedness
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 763
Word Frequency
  • Byzantine NT: 6
  • Nestle 1904: 6

Noun Forms

Singular
ἀσέβεια
της ἀσεβείας
τῃ ἀσεβείᾳ
την ἀσέβειαν
Plural
αἱ ἀσέβειαι
των ἀσεβειῶν
ταις ἀσεβείαις
τας ἀσεβείας