1. Dictionary
  2. α
  3. ἀσέλγεια

ἀσέλγεια

Word
ἀσέλγεια, -ας, ἡ (aselgeia)
Gloss
  • licentiousness
  • debauchery
  • sensuality
  • wantonness
  • lewdness
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 766
Word Frequency
  • Byzantine NT: 10
  • Nestle 1904: 10

Noun Forms

Singular
ἀσέλγεια
της ἀσέλγειας
τῃ ἀσελγείᾳ
την ἀσέλγειαν
Plural
αἱ ἀσέλγειαι
των ἀσέλγειων
ταις ἀσελγείαις
τας ἀσέλγειας