1. Dictionary
  2. α
  3. ἀσθένεια

ἀσθένεια

Word
ἀσθένεια, -ας, ἡ (astheneia)
Gloss
  • weakness
  • want of strength
  • illness
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 769
Word Frequency
  • Byzantine NT: 24
  • Nestle 1904: 24

Noun Forms

Singular
ἀσθένεια
της ἀσθενείας
τῃ ἀσθενείᾳ
την ἀσθένειαν
Plural
αἱ ἀσθένειαι
των ἀσθενειῶν
ταις ἀσθενείαις
τας ἀσθενείας