1. Dictionary
  2. α
  3. ἀσπασμός

ἀσπασμός

Word
ἀσπασμός, -οῦ, ὁ (aspasmos)
Gloss
  • greeting
  • salutation
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 783
Word Frequency
  • Byzantine NT: 10
  • Nestle 1904: 10

Noun Forms

Singular
ἀσπασμός
του ἀσπασμοῦ
τῳ ἀσπασμῳ
τον ἀσπασμόν
Plural
οἱ ἀσπασμοι
των ἀσπασμων
τοις ἀσπασμοις
τους ἀσπασμούς