1. Dictionary
  2. α
  3. ἀστήρικτος

ἀστήρικτος

Word
ἀστήρικτος, -ον:unstable, weak, unsteady: (astēriktos)
Gloss
  • unstable
  • weak
  • unsteady
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 793
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2

Adjective Forms

Masculine
ἀστήρικτος
ἀστήρικτου
ἀστήρικτῳ
ἀστήρικτον
ἀστήρικτοι
ἀστήρικτων
ἀστήρικτοις
ἀστήρικτους
Feminine
ἀστήρικτος
ἀστήρικτου
ἀστήρικτῳ
ἀστήρικτον
ἀστήρικτοι
ἀστήρικτων
ἀστήρικτοις
ἀστηρίκτους