1. Dictionary
  2. α
  3. ἀστραπή

ἀστραπή

Word
ἀστραπή, -ῆς, ἡ (astrapē)
Gloss
  • lightning
  • brightness
  • flash of lightning
  • luster
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 796
Word Frequency
  • Byzantine NT: 9
  • Nestle 1904: 9

Noun Forms

Singular
ἀστραπή
της ἀστραπῆς
τῃ ἀστραπῇ
την ἀστραπήν
Plural
αἱ ἀστραπαί
των ἀστραπῶν
ταις ἀστραπαις
τας ἀστραπὰς