1. Dictionary
  2. α
  3. ἀφανισμός

ἀφανισμός

Word
ἀφανισμός, -οῦ, ὁ (aphanismos)
Gloss
  • vanishing
  • disappearing
  • disappearance
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 854
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Verses

Noun Forms

Singular
ἀφανισμός
του ἀφανισμοῦ
τῳ ἀφανισμῷ
τον ἀφανισμόν
Plural
οἱ ἀφανισμοι
των ἀφανισμων
τοις ἀφανισμοῖς
τους ἀφανισμους