1. Dictionary
  2. α
  3. ἀφειδία

ἀφειδία

Word
ἀφειδία, -ας, ἡ (apheidia)
Gloss
  • unsparing treatment
  • severity
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 857
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
ἀφειδία
της ἀφειδίας
τῃ ἀφειδίᾳ
την ἀφειδίαν