1. Dictionary
  2. α
  3. ἀφθορία

ἀφθορία

Word
ἀφθορία, -ας, ἡ (aphthoria)
Gloss
  • soundness
  • purity
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
Verses

Noun Forms

Singular
ἀφθορία
της ἀφθορίας
τῃ ἀφθορίᾳ
την ἀφθορίαν