1. Dictionary
  2. α
  3. ἀφορίζω

ἀφορίζω

Word
ἀφορίζω (aphorizō)
Gloss
  • separate
  • set apart
  • rail off
  • place apart
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 873
Word Frequency
  • Byzantine NT: 10
  • Nestle 1904: 10

Verb Forms

Present
Active
ἀφορίζω
ἀφορίζεις
ἀφορίζει
ἀφορίζομεν
ἀφορίζετε
ἀφορίζουσιν
Future
Active
ἀφορίσω
ἀφορίσεις
ἀφοριεῖ
ἀφορίσομεν
ἀφορίσετε
ἀφοριοῦσιν
Imperfect
Active
ηφορίζον
ηφορίζες
ἀφώριζεν
ηφορίζομεν
ηφορίζετε
ηφορίζον
Aorist
Active
ηφορίσα
ηφορίσας
ἀφώρισεν
ηφορίσαμεν
ηφορίσατε
ηφορίσαν
Subjunctive
Aorist
ἀφορίσωσιν
Imperative
Aorist
ἀφορίσατε