1. Dictionary
  2. ἁμαρτία

ἁμαρτία

Word
ἁμαρτία, -ας, ἡ (amartia)
Gloss
  • sin
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 266
Word Frequency
  • Nestle 1904: 173
  • Byzantine NT: 174

Noun Forms

Singular
ἁμαρτία
της ἁμαρτίας
τῃ ἁμαρτίᾳ
την ἁμαρτίαν
Plural
αἱ ἁμαρτίαι
των ἁμαρτιῶν
ταις ἁμαρτίαις
τας ἁμαρτίας

Usage in Biblical Text