1. Dictionary
  2. α
  3. ἄμφοδον

Search Bible Vocabulary

ἄμφοδον

τοἄμφοδον
τουἀμφόδου
τῳἄμφοδῳ
τοἄμφοδον
ταἄμφοδοι
τουἄμφοδων
τῳἄμφοδοις
ταἄμφοδα