1. Dictionary
  2. α
  3. ἄμωμον

Search Bible Vocabulary

ἄμωμον

τοἄμωμον
τουἄμωμου
τῳἄμωμῳ
τοἄμωμον
ταἄμωμοι
τουἄμωμων
τῳἄμωμοις
ταἄμωμους