1. Dictionary
  2. α
  3. ἄσημος

ἄσημος

Word
ἄσημος, -ον:insignificant, undistinguished, obscure: (asēmos)
Gloss
  • insignificant
  • undistinguished
  • obscure
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 767
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Verses

Adjective Forms

Masculine
ἄσημος
ἄσημου
ἄσημῳ
ἄσημόν
ἄσημοι
ἄσημων
ἄσημοις
ἄσημους
Feminine
ἄσημος
ἀσήμου
ἄσημῳ
ἄσημον
ἄσημοι
ἄσημων
ἄσημοις
ἄσημους
Neuter
ἄσημον
ἄσημου
ἄσημῳ
ἄσημον
ἄσημα
ἄσημων
ἄσημοις
ἄσημα