1. Dictionary
  2. α
  3. ἄσπονδος

ἄσπονδος

Word
ἄσπονδος, -ον:irreconcilable, implacable: (aspondos)
Gloss
  • irreconcilable
  • implacable
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 786
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 1

Adjective Forms

Masculine
ἄσπονδος
ἄσπονδου
ἄσπονδῳ
ἄσπονδον
ἄσπονδοι
ἄσπονδων
ἄσπονδοις
ἀσπόνδους