1. Dictionary
  2. α
  3. ἄτακτος

ἄτακτος

Word
ἄτακτος, -ον:disorderly, unruly, slack: (ataktos)
Gloss
  • disorderly
  • unruly
  • slack
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 813
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Adjective Forms

Masculine
ἄτακτος
ἄτακτου
ἄτακτῳ
ἄτακτον
ἄτακτοι
ἄτακτων
ἄτακτοις
ἀτάκτους