1. Dictionary
  2. α
  3. ἄτιμος

ἄτιμος

Word
ἄτιμος, -ον:without honor, dishonored, despised: (atimos)
Gloss
  • without honor
  • dishonored
  • despised
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 820
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 4

Adjective Forms

Masculine
ἀτιμότερος
ἄτιμου
ἄτιμῳ
ἄτιμον
ἄτιμοι
ἀτίμων
ἄτιμοις
ἄτιμους
Neuter
ἄτιμον
ἄτιμου
ἄτιμῳ
ἄτιμον
ἄτιμα
ἄτιμων
ἄτιμοις
ἀτιμότερα