1. Dictionary
  2. α
  3. ἄτοπος

ἄτοπος

Word
ἄτοπος, -ον:out of place, unusual, wrong, improper, unrighteous, perverse: (atopos)
Gloss
  • out of place
  • unusual
  • wrong
  • improper
  • unrighteous
  • perverse
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 824
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 4

Adjective Forms

Masculine
ἄτοπος
ἄτοπου
ἄτοπῳ
ἄτοπον
ἄτοποι
ἀτόπων
ἄτοποις
ἄτοπους
Neuter
ἄτοπον
ἄτοπου
ἄτοπῳ
ἄτοπον
ἄτοπα
ἄτοπων
ἄτοποις
ἄτοπα