1. Dictionary
  2. α
  3. ἄχρηστος

ἄχρηστος

Word
ἄχρηστος, -ον:useless, worthless, unprofitable: (achrēstos)
Gloss
  • useless
  • worthless
  • unprofitable
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 890
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Verses

Adjective Forms

Masculine
ἄχρηστος
ἄχρηστου
ἄχρηστῳ
ἄχρηστον
ἄχρηστοι
ἄχρηστων
ἄχρηστοις
ἄχρηστους
Neuter
ἄχρηστον
ἄχρηστου
ἄχρηστῳ
ἄχρηστον
ἄχρηστα
ἀχρήστων
ἄχρηστοις
ἄχρηστα