1. Dictionary
  2. α
  3. Ἀνδρόνικος

Search Bible Vocabulary

Ἀνδρόνικος

Ἀνδρόνικος
τουἈνδρόνικου
τῳἀνδρονίκῳ
τονἈνδρόνικον
οἱἈνδρόνικοι
τωνἈνδρόνικων
τοιςἈνδρόνικοις
τουςἈνδρόνικους