1. Dictionary
  2. α
  3. Ἀττάλεια

Ἀττάλεια

Word
Ἀττάλεια, -ας, ἡ (Attaleia)
Gloss
  • Attalia
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 825
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Verses

Noun Forms

Singular
Ἀττάλεια
της Ἀττάλειας
τῃ Ἀττάλειᾳ
την Ἀττάλειαν