1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐμπόριον

ἐμπόριον

Word
ἐμπόριον, -ου, τό (emporion)
Gloss
  • market
  • market-house
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1712
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Verses

Noun Forms

Singular
το ἐμπόριον
του ἐμπορίου
τῳ ἐμπορίῳ
το ἐμπόριον
Plural
τα ἐμπόρια
του ἐμπόριων
τῳ ἐμπόριοις
τα ἐμπόριους