1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐναντίος

ἐναντίος

Word
ἐναντίος, -α, -ον (enantios)
Gloss
  • opposite
  • hostile
  • opposed
  • contrary
  • adversary
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1727
Word Frequency
  • Byzantine NT: 8
  • Nestle 1904: 8

Adjective Forms

Masculine
ἐναντίος
ἐναντίου
ἐναντίῳ
ἐναντίον
ἐναντίοι
ἐναντίων
ἐναντίοις
ἐναντίους
Feminine
ἐναντία
ἐναντίας
ἐναντίᾳ
ἐναντίαν
ἐναντίαι
ἐναντίων
ἐναντίαις
ἐναντίας
Neuter
ἐναντίον
ἐναντίου
ἐναντίῳ
ἐναντίον
ἐναντία
ἐναντίων
ἐναντίοις
ἐναντία