1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐξαγοράζω

ἐξαγοράζω

Word
ἐξαγοράζω (exagorazō)
Gloss
  • redeem
  • make the most of
  • deliver
  • ransom
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 1805
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 4

Verb Forms

Aorist
Active
ἠξαγοράσα
ἠξαγοράσας
ἐξηγόρασεν
ἠξαγοράσαμεν
ἠξαγοράσατε
ἠξαγοράσαν
Subjunctive
Aorist
ἐξαγοράσῃ