1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐξακολουθέω

ἐξακολουθέω

Word
ἐξακολουθέω (exakoloutheō)
Gloss
  • follow
  • imitate
  • obey
  • follow after
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 1811
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3

Verb Forms

Future
Active
ἐξακολουθήσω
ἐξακολουθήσεις
ἐξακολουθήσει
ἐξακολουθήσομεν
ἐξακολουθήσετε
ἐξακολουθήσουσιν