1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐξουσιάζω

ἐξουσιάζω

Word
ἐξουσιάζω (exousiazō)
Gloss
  • have authority over
  • master
  • exercise authority
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 1850
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 4

Verb Forms

Present
Active
ἐξουσιάζω
ἐξουσιάζεις
ἐξουσιάζει
ἐξουσιάζομεν
ἐξουσιάζετε
ἐξουσιάζουσιν
Future
Active
ἐξουσιάσω
ἐξουσιάσεις
ἐξουσιάσει
ἐξουσιάσομεν
ἐξουσιάσετε
ἐξουσιάσουσιν
Aorist
Active
ἠξουσιάσα
ἠξουσιάσας
ἐξουσίασεν
ἠξουσιάσαμεν
ἠξουσιάσατε
ἠξουσιάσαν
Present
Middle
ἐξουσιάζομαι
ἐξουσιάζῃ
ἐξουσιάζεται
ἐξουσιάζομεθα
ἐξουσιάζεσθε
ἐξουσιάζονται
Aorist
Middle
ἠξουσιάσα
ἠξουσιάσας
ἐξουσιάσατο
ἠξουσιάσαμεν
ἠξουσιάσατε
ἠξουσιάσαν
Future
Passive
ἐξουσιασθήσομαι
ἐξουσιάζθησῃ
ἐξουσιάζθησεται
ἐξουσιάζθησομεθα
ἐξουσιάζθησεσθε
ἐξουσιάζθησονται