1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐπαισχύνομαι

ἐπαισχύνομαι

Word
ἐπαισχύνομαι (epaischunomai)
Gloss
  • be ashamed
  • am ashamed
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 1870
Word Frequency
  • Byzantine NT: 11
  • Nestle 1904: 11

Verb Forms

Present
Middle/Passive
ἐπαισχύνομαι
ἐπαισχύνῃ
ἐπαισχύνεται
ἐπαισχύνομεθα
ἐπαισχύνεσθε
ἐπαισχύνονται
Future
Passive
ἐπαισχύνθησομαι
ἐπαισχύνθησῃ
ἐπαισχυνθήσεται
ἐπαισχύνθησομεθα
ἐπαισχύνθησεσθε
ἐπαισχύνθησονται
Aorist
Passive
ἠπαισχύνσα
ἠπαισχύνσας
ἐπαισχύνθη
ἠπαισχύνσαμεν
ἠπαισχύνσατε
ἠπαισχύνσαν
Subjunctive
Aorist
ἐπαισχυνθῇς
ἐπαισχυνθῇ