1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐπακολουθέω

ἐπακολουθέω

Word
ἐπακολουθέω (epakoloutheō)
Gloss
  • follow after
  • follow close after
  • endorse
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 1872
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 4

Verb Forms

Present
Active
ἐπακολουθῶ
ἐπακολουθεῖς
ἐπακολουθεῖ
ἐπακολουθοῦμεν
ἐπακολουθεῖτε
ἐπακολουθοῦσιν
Aorist
Active
ἠπακολουθήσα
ἠπακολουθήσας
ἐπηκολούθησεν
ἠπακολουθήσαμεν
ἠπακολουθήσατε
ἠπακολουθήσαν
Subjunctive
Aorist
ἐπακολουθήσητε