1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐπαρχία

ἐπαρχία

Word
ἐπαρχία, -ας, ἡ (eparchia)
Gloss
  • sphere of duty
  • province
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1885
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
ἐπαρχία
της ἐπαρχίας
τῃ ἐπαρχίᾳ
την ἐπαρχίαν