1. Dictionary
  2. ε
  3. ἐπαρχεία

ἐπαρχεία

Word
ἐπαρχεία, -ας, ἡ (eparcheia)
Gloss
  • province
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
Verses

Noun Forms

Singular
ἐπαρχεία
της ἐπαρχείας
τῃ ἐπαρχείᾳ
την ἐπαρχείαν