1. Home
  2. Dictionary
  3. ἐφήμερος

ἐφήμερος

Word
ἐφήμερος, -ον (ephēmeros)
Gloss
  • daily
  • for the day
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2184
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Adjective Forms

Feminine
εφημερος
ἐφημέρου
εφημερω
εφημερον
εφημεροι
εφημερων
εφημεροις
εφημερους

Usage in Biblical Text