1. Dictionary
  2. ε
  3. ἑορτή

ἑορτή

Word
ἑορτή, -ῆς, ἡ (eortē)
Gloss
  • feast
  • festival
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1859
Word Frequency
  • Byzantine NT: 27
  • Nestle 1904: 25

Noun Forms

Singular
ἑορτή
της ἑορτῆς
τῃ ἑορτῇ
την ἑορτήν
Plural
αἱ ἑορταί
των ἑορτῶν
ταις ἑορταῖς
τας ἑορτάς