1. Dictionary
  2. ἔθνος

ἔθνος

Word
ἔθνος, -ους, τό (ethnos)
Gloss
  • nation
  • Gentiles (plural)
  • race
  • people
  • Gentiles
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1484
Word Frequency
  • Nestle 1904: 162
  • Byzantine NT: 166

Noun Forms

Singular
το ἔθνος
του ἔθνους
τῳ ἔθνει
το ἔθνος
Plural
τα ἔθνη
του ἐθνῶν
τῳ ἔθνεσιν
τα ἔθνη

Usage in Biblical Text