1. Dictionary
  2. ε
  3. ἔμφοβος

ἔμφοβος

Word
ἔμφοβος, -ον:terrified, frightened, full of fear: (emphobos)
Gloss
  • terrified
  • frightened
  • full of fear
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1719
Word Frequency
  • Byzantine NT: 6
  • Nestle 1904: 5

Adjective Forms

Masculine
ἔμφοβος
ἔμφοβου
ἔμφοβῳ
ἔμφοβον
ἔμφοβοι
ἔμφοβων
ἔμφοβοις
ἔμφοβους
Feminine
ἔμφοβος
ἔμφοβου
ἔμφοβῳ
ἔμφοβον
ἔμφοβοι
ἐμφόβων
ἔμφοβοις
ἔμφοβους