1. Dictionary
  2. ε
  3. ἔνδειγμα

ἔνδειγμα

Word
ἔνδειγμα, -τος, τό (endeigma)
Gloss
  • evidence
  • plain indication
  • plain token
  • sign
  • proof
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1730
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
το ἔνδειγμα
του ἔνδειγματος
τῳ ἔνδειγματι
το ἔνδειγματα