1. Dictionary
  2. ε
  3. ἔνδικος

ἔνδικος

Word
ἔνδικος, -ον:righteous, just: (endikos)
Gloss
  • righteous
  • just
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1738
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2

Adjective Forms

Feminine
ἔνδικος
ἔνδικου
ἔνδικῳ
ἔνδικον
ἔνδικοι
ἔνδικων
ἔνδικοις
ἔνδικους
Neuter
ἔνδικόν
ἔνδικου
ἔνδικῳ
ἔνδικον
ἔνδικα
ἔνδικων
ἔνδικοις
ἔνδικα