1. Dictionary
  2. ε
  3. ἔνδυμα

ἔνδυμα

Word
ἔνδυμα, -τος, τό (enduma)
Gloss
  • apparel (esp. the outer robe)
  • garment
  • raiment
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1742
Word Frequency
  • Byzantine NT: 8
  • Nestle 1904: 8

Noun Forms

Singular
το ἔνδυμα
του ἐνδύματος
τῳ ἔνδυματι
το ἔνδυμά
Plural
τα ἔνδυματα
του ἐνδυμάτων
τῳ ἐνδύμασιν
τα ἐνδύματά