1. Dictionary
  2. ε
  3. ἔντιμος

ἔντιμος

Word
ἔντιμος, -ον:valued, precious, highly regarded, honored, honorable: (entimos)
Gloss
  • valued
  • precious
  • highly regarded
  • honored
  • honorable
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1784
Word Frequency
  • Byzantine NT: 5
  • Nestle 1904: 5

Adjective Forms

Masculine
ἐντιμότερός
ἐντίμου
ἐντίμῳ
ἔντιμον
ἔντιμοι
ἐντίμων
ἐντίμοις
ἐντίμους
Feminine
ἐντιμοτέρα
ἔντιμου
ἔντιμῳ
ἔντιμον
ἔντιμοι
ἔντιμων
ἔντιμοις
ἔντιμους
Neuter
ἔντιμον
ἐντίμου
ἔντιμῳ
ἔντιμον
ἔντιμα
ἔντιμων
ἔντιμοις
ἔντιμα