1. Dictionary
  2. ε
  3. ἔντρομος

ἔντρομος

Word
ἔντρομος, -ον:terrified, trembling, trembling through fear: (entromos)
Gloss
  • terrified
  • trembling
  • trembling through fear
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1790
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3

Adjective Forms

Masculine
ἔντρομος
ἔντρομου
ἔντρομῳ
ἔντρομον
ἔντρομοι
ἔντρομων
ἔντρομοις
ἔντρομους
Feminine
ἔντρομος
ἔντρομου
ἔντρομῳ
ἔντρομον
ἔντρομοι
ἔντρομων
ἔντρομοις
ἔντρομους