1. Dictionary
  2. ε
  3. ἔξοδος

ἔξοδος

Word
ἔξοδος, -ου, ἡ (exodos)
Gloss
  • departure
  • exodus
  • exit
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1841
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3

Noun Forms

Singular
ἔξοδος
της ἐξόδου
τῃ ἐξόδῳ
την ἔξοδον
Plural
αἱ ἔξοδοί
των ἐξόδων
ταις ἐξόδοις
τας ἐξόδους