1. Dictionary
  2. ε
  3. Ἐπαφρόδιτος

Ἐπαφρόδιτος

Word
Ἐπαφρόδιτος, -ου, ὁ (Epaphroditos)
Gloss
  • Epaphroditus
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1891
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2

Noun Forms

Singular
Ἐπαφρόδιτος
του Ἐπαφροδίτου
τῳ Ἐπαφρόδιτῳ
τον Ἐπαφρόδιτον