1. Home
  2. Dictionary
  3. ἡγεμονία

ἡγεμονία

Word
ἡγεμονία, -ας, ἡ (ēgemonia)
Gloss
  • rule
  • management
  • authority
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2231
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Singular
ἡγεμονία
τῆς ἡγεμονίας
τῃ ηγεμονια
τήν ἡγεμονίαν
Plural
αἱ ηγεμονιαι
τῶν ηγεμονιων
ταῖς ἡγεμονίαις
τάς ηγεμονιας

Usage in Biblical Text